 |

|
Η ΝΥΧΤΕΡΙΔΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια νυχτερίδα που ζούσε σε μια σπηλιά. Τη μέρα
κοιμόταν και το βράδυ ξυπνούσε. Στη σπηλιά είχε ένα μεγάλο ξερό κλαδί και από
εκεί κρεμόταν ανάποδα και ξεκουραζόταν.
Μια νύχτα, έτσι όπως πετούσε, χτύπησε σε ένα κλαδί, έσπασε το φτερό της και δεν
μπορούσε να πετάξει. Έτσι, περπατούσε στο δάσος και έψαχνε για φαγητό. Ξαφνικά
είδε ένα κομμάτι γλυκό κι, όπως πήγε να το φάει, έπεσε από ψηλά ένα κλουβί και
τη φυλάκισε. Το κλουβί ήταν ενός νάνου που ήθελε να την φάει για να γίνει
μεγάλος. Επειδή η νυχτερίδα ήταν μικρούτσικη, έπρεπε να περιμένει να μεγαλώσει
προτού τη φάει.
Στο ίδιο δάσος ζούσε και μια νεράιδα και μια μέρα, έτσι όπως πετούσε, είδε τη
φυλακισμένη νυχτερίδα και θέλησε να τη βοηθήσει. Πήγε, λοιπόν, σε ένα φίλο της
ναύτη για να ζητήσει τη βοήθειά του. Η νεράιδα ήταν μικρή και δε μπορούσε να
ανοίξει το κλουβί.
Ο ναύτης, που αγαπούσε τα ζωάκια, πήγε στο σπίτι του νάνου όταν ο νάνος έλειπε
και ελευθέρωσε τη νυχτερίδα. Η καλή νεράιδα αποφάσισε να μεταμορφώσει τη
νυχτερίδα σε βασιλοπούλα και το ναύτη σε βασιλόπουλο. Μετά παντρεύτηκαν και
έζησαν σε ένα όμορφο παλάτι στο δάσος.
Όμως η βασιλοπούλα είχε ένα πρόβλημα. Τη μέρα κοιμόταν και το βράδυ ξυπνούσε. Το
βασιλόπουλο ρώτησε και έμαθε ότι στο δάσος ζει μια νυφίτσα που ξέρει πολλά
φάρμακα. Όταν πήγαν να τη βρουν, η νυφίτσα είπε ότι τι φάρμακο για τη
βασιλοπούλα ήταν ένα κόκκινο μανιτάρι που φύτρωνε μόνο στο σκοτεινό δάσος. Το
σκοτεινό δάσος ήταν πολύ επικίνδυνο γιατί είχε δέντρα που σε άρπαζαν και
λασποτέρατα. Το βασιλόπουλο, όμως, ήταν πολύ θαρραλέο και πήγε στο δάσος με ένα
μαγικό χαλί που του έδωσε η νεράιδα. Με αυτό πέταξε, πήρε γρήγορα το κόκκινο
μανιτάρι κι έτσι έγινε η βασιλοπούλα καλά.
Μετά από τόσες περιπέτειες, έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Επιστροφή |

|